Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


Περιηγηθείτε στο λεξικό

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ξάδελφος (-ου, ο) ξακρίδι (-, το)
ξαδέρφη (-, η) ξακρίδια [θηλ.ουσ]
ξαδέρφι (-, το) ξάκρισμα (-, το)
ξάδερφος (-ου, ο) ξακρισμένος [επίθ.]
ξάφνιασμα (-ατος, το... ξακρίζω (ξάκρ-ισα,...
ξαφνιάζομαι (-) ξαλάφρωμα (-, το)
ξαφνιάζω (ξάφν-ιασα... ξαλαφρώνω (ξαλάφρ-ωσ...
ξαφνικά (–) ξαλεγράρω (-)
ξαφνικός (-ή, -ό) ξαμολιέμαι [ρ. παθ.]
ξάφνισμα (-, το) ξαμώνω (ξάμωσα)
ξαφνισμός (-, ο) ξανά (-)
ξαφνίζω (ξάφν-ισα,... ξανα– (–)
ξάφνου (-) ξαναβαφτίζω [ρ.]
ξάφρισμα (-, το) ξαναβάφω [ρ. μτβ.]
ξαφρίζω (ξάφρ-ισα,... ξαναβάζω (ξαναέβαλα...
ξαγκίστρωμα (-, το) ξαναβγαίνω (ξαναβγήκα...
ξαγκιστρώνομαι [ρ. παθ.] ξαναβγάζω (ξαναέβγαλ...
ξαγκιστρώνω (ξαγκίστρ-... ξαναβλέπω (ξαναείδα ...
ξάγναντα (-) ξαναβράσιμο [ουσ ουδ.]
ξαγναντεύω (ξαγνάντεψ... ξαναβράζω (-)
ξαγορεύω (ξαγόρ-εψα... ξαναβρέχομαι [ρ.]
ξαγρυπνώ (ξαγρύπν-η... ξαναβρέχω [ρ.]
ξαίνω (έξανα, ξά... ξαναβρίσκω (ξαναβρήκα...
ξακουσμένος (-η, -ο) ξανάβω (ξάναψα, ξ...
ξακουστός (-ή, -ό) ξαναχάνω [ρ.]

Προηγούμενη σελίδαΕπόμενη σελίδα

Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από: