Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


Περιηγηθείτε στο λεξικό

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ο (η, το) όχληση (-, η)
ο (-) οχλοβοή (-, η)
ο! [επιφ.] οχλοκρατία (-, η)
όαση (-ης, η) οχλοκρατικός (-ή, -ό)
οβάλ (-) όχλος (-ου, ο)
οβελιαίος (-α, -ο) όχου (-)
οβελίας (-, ο) όχθη (-ης, η)
οβελίσκος (-, ο) οχτάδα (-, η)
οβελός (-, ο) οχτακόσια (-, το)
οβίδα (-, η) οχτώ (-)
οβιδοβόλο (-, το) οχυρό (-ού, το)
όβολα [ουσ ουδ πληθ.] οχύρωμα (-, το)
οχ! (-) οχυρωμένος (-η, -ο)
οχαδερφικός (-ή, -ό) οχυρώνομαι (-)
οχαδερφισμός (-, ο) οχυρώνω (οχύρ-ωσα,...
οχετός (-, ο) οχύρωση (-, η)
όχημα (-ατος, το... οχυρώσιμος [επίθ.]
οχήματα [ουσ ουδ πληθ.] οδαλίσκη (-, η)
όχι (-) οδήγηση (-, η)
οχιά (-άς, η) οδηγήσιμος [επίθ.]
οχλαγωγία (-, η) οδηγητικός (-ή, -ό)
οχλαγωγικός (-ή, -ό) οδηγήτρια (-, η)
οχλαγωγώ [ρ.] οδηγία (-ας, η)
οχληρός (-ή, -ό) οδηγίες [θηλ. ουσ πληθ.]
οχληρότητα (-, η) οδηγός (-ού, ο|η)

Προηγούμενη σελίδαΕπόμενη σελίδα

Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από: