Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


Περιηγηθείτε στο λεξικό

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ω! (-) ωφέλιμος (-η, -ο)
ωαγωγός (-, ο) ωφελιμότητα (-, η)
ωαριακός [επίθ.] ωφελούμαι (-)
ωάριο (-, το) ωφελώ (ωφέλ-ησα,...
ωχ! [επιφ.] ωίδιο [ουσ ουδ.]
ώχρα (-ας, η) Ωκεανία [θηλ.ουσ]
ωχραίνω (ώχρ-ανα, ... Ωκεανίδα [θηλ.ουσ]
ωχρίνη [θηλ.ουσ] ωκεάνιος (-ια, -ιο)
ωχρινοειδής [επίθ.] ωκεανογραφία (-, η)
ωχριώ (ωχρίασα) ωκεανογραφικός (-ή, -ό)
ωχρός (-ή, -ό) ωκεανογράφος (-, ο|η)
ωχρότητα (-ας, η) ωκεανολογία (-, η)
ωχρούτσικος [επίθ.] ωκεανοπόρος [ουσ αρσ ]
ώδε (-) ωκεανός (-ού, ο)
ωδείο (-ου, το) ωκύπους (-ους, -ου...
ωδή (-, η) ωκυτοκίνη [θηλ.ουσ]
ωδική (-ής, η) ωλένη (-ης, η)
ωδικός (-ή, -ό) ωλένιος (-α, -ο)
ωδινοφοβία [θηλ.ουσ] ωμέγα (-, το)
ωφέλεια (-ας, η) ωμικός (-ή, -ό)
ωφέλημα (-ατος, το... ωμοβραχιόνιος [επίθ.]
ωφελιμισμός (-, ο) ωμοφόριο (-, το)
ωφελιμιστής (-, ο) ωμοπλάτη (-ης, η)
ωφελιμιστικός (-ή, -ό) ωμοπλατιαίος (-α, -ο)
ωφελιμοκρατία (-, η) ώμος (-ου, ο)

Προηγούμενη σελίδαΕπόμενη σελίδα

Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από: