Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


καθαρίζω  
ρήμα αμετάβατο

1 diventa`re puli`to αυτός o λεκές δεν πρόκειται να καθαρίσει == questa macchia non si può pulire in nessun modo
2 schiari`rsi, diventa`re li`mpido o ουρανός καθάρισε μετά την καταιγίδα == dopo il temporale il cielo si è schiarito | καθάρισε η ατμόσφαιρα == l'aria è tornata limpida
3 (fig) sistema`re, chiari`re le cose, me`ttere le cose a posto μην ανησυχείς, θα καθαρίσω εγώ == non preoccuparti, sistemerò io la cosa

καθαρίζω
ρήμα μεταβατικό

1 puli`re, ripuli`re, puli`rsi καθαρίζω το σπίτι == pulire la casa | καθάρισες τα παπούτσια σου; ti sei pulito le scarpe?
2 σκουπίζω spazza`re, scopa`re καθαρίζω την αυλή == spazzare il cortile
3 netta`re, monda`re καθαρίζω χόρτα == monda`re la verdu`ra
4 monda`re, sbuccia`re, sguscia`re καθαρίζω ένα μήλο == sbucciare una mela
5 (fig) chiari`re καθάρισα τη θέση μού == ho chiarito la mia posizione
6 (fig) uccidere, far fuori τον καθάρισαν οι ίδιοι οι συνένοχοί του == l'hanno fatto fuori i suoi stessi complici

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  καθαρευουσιάνος καθάριος  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


καθαρίζω με στεγνό καθάρισμα = lavare a secco


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---