Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


ζαβολιά  
ουσιαστικό θηλυκό

nei giochi imbroglio δεν ξαναπαίζω μαζί σου, κάνεις ζαβολιές == non gioco più con te, perché mi imbrogli | κάνω ζαβολιές στα χαρτιά == barare alle carte

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ζαβλακώνω ζαβολιάρης  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


μην κάνεις ζαβολιές! = non barare!


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---