Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


ζαχαροπλάσταινα
ουσιαστικό θηλυκό

femminile di [ζαχαροπλάστης ^-η, ο^]

ζαχαροπλάστης  
ουσιαστικό αρσενικό

pasticcie`re ~m~

ζαχαροπλάστισσα
ουσιαστικό θηλυκό

femminile di [ζαχαροπλάστης ^-η, ο^]

ζαχαροπλάστρια
ουσιαστικό θηλυκό

femminile di [ζαχαροπλάστης ^-η, ο^]

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ζαχαρόπηκτος ζαχαροπλαστείο  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---