Ιταλοελληνικό λεξικό



Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό

Οδηγίες αναζήτησης


Μην ξεχνάτε ότι χρησιμοποιείτε ένα ιταλικό λεξικό και όχι έναν αυτόματο μεταφραστή Ελληνικών – Ιταλικών ή Ιταλικών – Ελληνικών. Κατά συνέπεια, να αναζητείτε μια λέξη κάθε φορά. Δεν είναι απαραίτητο να πληκτρολογείτε τόνους και διακριτικά σημάδια.

Αν δεν είστε σίγουροι για την λέξη που αναζητάτε, χρησιμοποιήστε τους χαρακτήρες «μπαλαντέρ» * και ? (Για αναζητήσεις με τουλάχιστον 3 γράμματα).

Εάν δεν βρίσκετε τη λέξη που θέλετε να αναζητήστε, μπορείτε να ξεφυλλίσετε απευθείας τον κατάλογο των λημμάτων στο λεξικό κλικάροντας στον ανάλογο σύνδεσμο στο πλαίσιο που ακολουθεί.

Οι ιδιωματικές φράσεις, τα σχήματα λόγου και οι τυχόν εκφράσεις, εμφανίζονται στο Ιταλικό λεξικό κάτω από τα διάφορα λήμματα που τις αποτελούν. Κατά συνέπεια, να πληκτρολογείτε μόνο μια λέξη κάθε φορά, επιλέγοντας τις πιο σημαντικές.

Περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με όλες τις λειτουργίες αναζήτησης μπορείτε να βρείτε σε αυτή τη σελίδα.


Περιηγηθείτε στο λεξικό

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

a (πρόθ.) abbàglio (ουσ αρσ )
abacà, àbaca (θηλ.ουσ) abbaiaménto (ουσ αρσ )
àbaco (ουσ αρσ ) abbaiàre (ρ.αμτβ.)
abàte (ουσ αρσ ) abbaiàta (θηλ.ουσ)
abat–jour (ουσ αρσ και θηλ.) abbaiatóre (ουσ αρσ )
àbaton (ουσ αρσ ) abbaiatóre (επίθ.)
abazìa (θηλ.ουσ) abbaiatùra (θηλ.ουσ)
abbacchiàre (ρ. μτβ.) abbaìno (ουσ αρσ )
abbacchiàrsi (ρ. μ. αμτβ.) abbàio (ουσ αρσ )
abbacchiàto (επίθ.) abbaióne (ουσ αρσ )
abbacchiatùra (θηλ.ουσ) abballàre (ρ. μτβ.)
abbàcchio (ουσ αρσ ) abballinàre (ρ. μτβ.)
abbachìsta (ουσ αρσ και θηλ.) abballottàre (ρ. μτβ.)
abbacinaménto (ουσ αρσ ) abballottatùra (θηλ.ουσ)
abbacinàre (ρ. μτβ.) abbambinàre (ρ. μτβ.)
abbacinàto (επίθ.) abbambolàto (επίθ.)
abbacinatóre (ουσ αρσ ) abbandonaménto (ουσ αρσ )
àbbaco (ουσ αρσ ) abbandonàre (ρ. μτβ.)
abbacóne (ουσ αρσ ) abbandonàrsi (ρ. μ. αμτβ.)
abbadàre (ρ.αμτβ.) abbandonataménte (επίρ.)
abbadéssa (θηλ.ουσ) abbandonàto (ουσ αρσ )
abbagliaménto (ουσ αρσ ) abbandonàto (επίθ.)
abbagliànte (ουσ αρσ ) abbandóno (ουσ αρσ )
abbagliànte (επίθ.) abbarbagliaménto (ουσ αρσ )
abbagliàre (ρ.αμτβ.) abbarbagliàre (ρ.αμτβ.)

Προηγούμενη σελίδαΕπόμενη σελίδα

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από: