Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


cadùceo, caducèo  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [kaˈduʧeo], [kaduˈʧɛo]

ιατρικό σήμα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  cadmio caducità  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

cadetto (ουσ αρσ )
cadetto (επίθ.)
caditoia (θηλ.ουσ)
cadmiatura (θηλ.ουσ)
cadmio (ουσ αρσ )
caduceo (ουσ αρσ )
caducità (θηλ.ουσ)
caduco (επίθ.)
caduta (θηλ.ουσ)
caduto (ουσ αρσ )
caduto (επίθ.)
caffè (ουσ αρσ )
caffeario (επίθ.)
caffeicolo (επίθ.)
caffeifero (επίθ.)
caffeina (θηλ.ουσ)
caffelatte (ουσ αρσ )
caffellatte (αρσ. επίθ και ουσ)
caffettano (ουσ αρσ )
caffetteria (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---