Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


eccentricità  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [etʧentriʧiˈta]

1 ιδιοτροπία
2 εκκεντρότητα
3 παραξενιά
4 εκκεντρικότητα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  eccelso eccentrico  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

eccellentemente (επίρ.)
eccellentissimo (αρσ. επίθ και ουσ)
eccellenza (θηλ.ουσ)
eccellere (ρ.αμτβ.)
eccelso (αρσ. επίθ και ουσ)
eccentricità (θηλ.ουσ)
eccentrico (ουσ αρσ )
eccentrico (επίθ.)
eccepibile (επίθ.)
eccepire (ρ. μτβ.)
eccessivamente (επίρ.)
eccessività (θηλ.ουσ)
eccessivo (επίθ.)
eccesso (ουσ αρσ )
eccetera (επίρ.)
eccetto (πρόθ.)
eccettuabile (επίθ.)
eccettuare (ρ. μτβ.)
eccettuativo (επίθ.)
eccettuato (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---