Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


fàggio  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈfadʤo]

1 οξιά
2 δέντρο γένους fagus


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  faggina fagiana  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

faentina (θηλ.ουσ)
faeton (ουσ αρσ )
faggeta (θηλ.ουσ)
faggeto (ουσ αρσ )
faggina (θηλ.ουσ)
faggio (ουσ αρσ )
fagiana (θηλ.ουσ)
fagianella (θηλ.ουσ)
fagiano (ουσ αρσ )
fagiolino (ουσ αρσ )
fagiolo (ουσ αρσ )
faglia (θηλ.ουσ)
fagocita (ουσ αρσ )
fagocitare (ρ. μτβ.)
fagocito (ουσ αρσ )
fagocitosi (θηλ.ουσ)
fagottista (ουσ αρσ και θηλ.)
fagotto (ουσ αρσ )
faida (θηλ.ουσ)
faidaté (αρσ. επίθ και ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---