Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


identità  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [identiˈta]

η ταυτότητα,


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  identikit ideografia  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


carta [θηλ.] d'identità = η ταυτότητα, το δελτίο ταυτότητας || documenti [αρσ. πλυθ.] di identità = τα πιστοποιητικά


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

identificare (ρ. μτβ.)
identificarsi (ρ.μ. (αντων.))
identificato (επίθ.)
identificazione (θηλ.ουσ)
identikit (ουσ αρσ )
identità (θηλ.ουσ)
ideografia (θηλ.ουσ)
ideografico (επίθ.)
ideogramma (ουσ αρσ )
ideologia (θηλ.ουσ)
ideologico (επίθ.)
ideologismo (ουσ αρσ )
ideologo (ουσ αρσ )
ideona (θηλ.ουσ)
idi (θηλ. ουσ πληθ.)
idilliaco (επίθ.)
idillico (επίθ.)
idillio (ουσ αρσ )
idioelettrico (επίθ.)
idioletto (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---