Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


ittèrico  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [itˈtɛriko]

άρρωστος με ίκτερο

ittèrico  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [itˈtɛriko]

ικτερικός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  itterbio itterizia  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

iterazione (θηλ.ουσ)
itinerante (επίθ.)
itinerario (ουσ αρσ )
itinerario (επίθ.)
itterbio (ουσ αρσ )
itterico (ουσ αρσ )
itterico (επίθ.)
itterizia (θηλ.ουσ)
ittero (ουσ αρσ )
ittico (επίθ.)
ittiocolla (θηλ.ουσ)
ittiofago (ουσ αρσ )
ittiofago (επίθ.)
ittiolo (ουσ αρσ )
ittiologia (θηλ.ουσ)
ittiologico (επίθ.)
ittiologo (ουσ αρσ )
ittiosauro (ουσ αρσ )
ittiosi (θηλ.ουσ)
ittrio (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---