Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


mutilazióne  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [mutilatˈtsjone]

1 κουτσούρεμα
2 κολόβωμα
3 ακρωτηριασμός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  mutilato mutilo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

mutevolezza (θηλ.ουσ)
mutevolmente (επίρ.)
mutilare (ρ. μτβ.)
mutilato (ουσ αρσ )
mutilato (επίθ.)
mutilazione (θηλ.ουσ)
mutilo (επίθ.)
mutismo (ουσ αρσ )
muto (ουσ αρσ )
muto (επίθ.)
mutria (θηλ.ουσ)
mutua (θηλ.ουσ)
mutualismo (ουσ αρσ )
mutualistico (επίθ.)
mutualità (θηλ.ουσ)
mutualmente (επίρ.)
mutuante (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
mutuare (ρ. μτβ.)
mutuatario (αρσ. επίθ και ουσ)
mutuato (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---