Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


nàrdo  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈnardo]

1 νάρδος cymbopogon nardus
2 λεβάντα lavandula officinalis


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  narcotizzazione narghilè  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

narcotico (επίθ.)
narcotina (θηλ.ουσ)
narcotismo (ουσ αρσ )
narcotizzare (ρ. μτβ.)
narcotizzazione (θηλ.ουσ)
nardo (ουσ αρσ )
narghilè (ουσ αρσ )
nari (θηλ.ουσ)
narice (θηλ.ουσ)
narrabile (επίθ.)
narrare (ρ. μτβ.)
narrativa (θηλ.ουσ)
narrativo (επίθ.)
narratore (ουσ αρσ )
narrazione (θηλ.ουσ)
nartece (ουσ αρσ )
narvalo (ουσ αρσ )
nasale (ουσ αρσ )
nasale (επίθ.)
nascente (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---