Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


nastùrzio  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [nasˈturtsjo]

νεροκάρδαμο nasturtium officinale


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  nastroteca nasuto  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

nastrare (ρ. μτβ.)
nastriforme (επίθ.)
nastrino (ουσ αρσ )
nastro (ουσ αρσ )
nastroteca (θηλ.ουσ)
nasturzio (ουσ αρσ )
nasuto (επίθ.)
natale (ουσ αρσ )
natale (επίθ.)
natalità (θηλ.ουσ)
natalizio (ουσ αρσ )
natalizio (επίθ.)
natante (ουσ αρσ )
natante (επίθ.)
natatoia (θηλ.ουσ)
natatorio (επίθ.)
natica (θηλ.ουσ)
natimortalità (θηλ.ουσ)
natio (επίθ.)
nativismo (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---