Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


quàcchera  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [ˈkwakkera]

γυναίκα Κουακέρος στο θρήσκευμα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  qua quaccherismo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

puzzolente (επίθ.)
puzzolentemente (επίρ.)
puzzonata (θηλ.ουσ)
puzzone (ουσ αρσ )
qua (επίρ.)
quacchera (θηλ.ουσ)
quaccherismo (ουσ αρσ )
quacchero (αρσ. επίθ και ουσ)
quacquera (θηλ.ουσ)
quacquerismo (ουσ αρσ )
quadernario (ουσ αρσ )
quadernario (επίθ.)
quaderno (ουσ αρσ )
quadragenario (ουσ αρσ )
quadragenario (επίθ.)
quadragesimo (ουσ αρσ )
quadragesimo (επίθ.)
quadrangolare (αρσ. επίθ και ουσ)
quadrangolo (ουσ αρσ )
quadrangolo (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---