Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


ruscèllo  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ruʃˈʃɛllo]

το ρυάκι


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ruscelletto rusco  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

rupia (θηλ.ουσ)
rupicolo (επίθ.)
rurale (ουσ αρσ )
rurale (επίθ.)
ruscelletto (ουσ αρσ )
ruscello (ουσ αρσ )
rusco (ουσ αρσ )
ruspa (θηλ.ουσ)
ruspante (αρσ. επίθ και ουσ)
ruspare (ρ.αμτβ.)
ruspare (ρ. μτβ.)
russamento (ουσ αρσ )
russare (ρ.αμτβ.)
Russia (θηλ.ουσ)
russificare (ρ. μτβ.)
russificazione (θηλ.ουσ)
russo (ουσ αρσ )
russo (επίθ.)
russofilia (θηλ.ουσ)
russofilo (αρσ. επίθ και ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---