Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


ubbidiènza  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [ubbiˈdjɛntsa]

1 προθυμία
2 υπακοή
3 ευπείθεια


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ubbidientemente ubbidire  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

uabaina (θηλ.ουσ)
uadi (ουσ αρσ )
ubbia (θηλ.ουσ)
ubbidiente (επίθ.)
ubbidientemente (επίρ.)
ubbidienza (θηλ.ουσ)
ubbidire (ρ.αμτβ.)
ubbioso (επίθ.)
ubertà (θηλ.ουσ)
Uberto (κύρ.όν. αρσ.)
ubertosità (θηλ.ουσ)
ubertoso (επίθ.)
ubicare (ρ. μτβ.)
ubicato (επίθ.)
ubicazione (θηλ.ουσ)
ubiquità (θηλ.ουσ)
ubriacare (ρ. μτβ.)
ubriacarsi (ρ.μ. (αντων.))
ubriacatore (αρσ. επίθ και ουσ)
ubriacatura (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---