Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


vulcanizzànte  
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [vulkanidˈdzante]

1 μείγμα βουλκανισμού
2 που προκαλεί βουλκανισμό
3 βουλκανιστικό μέσον


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  vulcanite vulcanizzare  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

vuduista (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
vuduistico (επίθ.)
vulcanico (επίθ.)
vulcanismo (ουσ αρσ )
vulcanite (θηλ.ουσ)
vulcanizzante (αρσ. επίθ και ουσ)
vulcanizzare (ρ. μτβ.)
vulcanizzatore (ουσ αρσ )
vulcanizzazione (θηλ.ουσ)
vulcano (ουσ αρσ )
vulcanogeno (επίθ.)
vulcanologia (θηλ.ουσ)
vulcanologico (επίθ.)
vulcanologo (ουσ αρσ )
vulnerabile (επίθ.)
vulnerabilità (θηλ.ουσ)
vulnerare (ρ. μτβ.)
vulneraria (θηλ.ουσ)
vulnerario (επίθ.)
vulva (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---