Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


abbindolàre  
ρήμα μεταβατικό

Προσφορά I.P.A.: [abbindoˈlare]

1 απατώ
2 ξεγελώ
3 τυλίγω
4 μασουρίζω
5 ροδανίζω
6 τυλίγω σε μασούρι

abbindolàrsi  
ρήμα μέσο* (αντωνυμιακό)

Προσφορά I.P.A.: [abbindoˈlarsi]

1 μπλέκομαι
2 μπερδεύομαι


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  abbindolamento abbindolatore  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

abbigliatura (θηλ.ουσ)
abbinamento (ουσ αρσ )
abbinare (ρ. μτβ.)
abbinata (θηλ.ουσ)
abbindolamento (ουσ αρσ )
abbindolare (ρ. μτβ.)
abbindolarsi (ρ.μ. (αντων.))
abbindolatore (ουσ αρσ )
abbiosciamento (ουσ αρσ )
abbiosciare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
abbiosciarsi (ρ. μ. αμτβ.)
abbisciare (ρ. μτβ.)
abbisognare (ρ.αμτβ.)
abbittare (ρ. μτβ.)
abboccamento (ουσ αρσ )
abboccare (ρ.αμτβ.)
abboccarsi (ρ.μ. (αντων.))
abboccato (επίθ.)
abboccatoio (ουσ αρσ )
abboccatura (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---