Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


abbinàta  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [abbiˈnata]

ζευγάρωμα (χρησιμοποίησε καλύτερα το accoppiata)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  abbinare abbindolamento  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

abbigliarsi (ρ. μ. αμτβ.)
abbigliatoio (ουσ αρσ )
abbigliatura (θηλ.ουσ)
abbinamento (ουσ αρσ )
abbinare (ρ. μτβ.)
abbinata (θηλ.ουσ)
abbindolamento (ουσ αρσ )
abbindolare (ρ. μτβ.)
abbindolarsi (ρ.μ. (αντων.))
abbindolatore (ουσ αρσ )
abbiosciamento (ουσ αρσ )
abbiosciare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
abbiosciarsi (ρ. μ. αμτβ.)
abbisciare (ρ. μτβ.)
abbisognare (ρ.αμτβ.)
abbittare (ρ. μτβ.)
abboccamento (ουσ αρσ )
abboccare (ρ.αμτβ.)
abboccarsi (ρ.μ. (αντων.))
abboccato (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---