Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


cacarèlla  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [kakaˈrɛlla]

1 ευκοιλιότητα
2 διάρροια


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  cacare cacasenno  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

cabriolè (αρσ. επίθ και ουσ)
cabriolet (αρσ. επίθ και ουσ)
cacadubbi (ουσ αρσ και θηλ.)
cacao (ουσ αρσ )
cacare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
cacarella (θηλ.ουσ)
cacasenno (ουσ αρσ και θηλ.)
cacata (θηλ.ουσ)
cacatoa (ουσ αρσ )
cacatua (ουσ αρσ )
cacatura (θηλ.ουσ)
cacca (θηλ.ουσ)
cacchio (ουσ αρσ )
cacchione (ουσ αρσ )
caccia (θηλ.ουσ)
cacciabombardiere (ουσ αρσ )
cacciagione (θηλ.ουσ)
cacciapassere (ουσ αρσ )
cacciare (ρ. μτβ.)
cacciarsi (ρ. μ. μτβ. και αμτβ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---