Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


cacofònico  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [kakoˈfɔniko]

κακόφωνος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  cacofonia cacografia  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

cacio (ουσ αρσ )
caciocavallo (ουσ αρσ )
caciotta (θηλ.ουσ)
cacodemone (ουσ αρσ )
cacofonia (θηλ.ουσ)
cacofonico (επίθ.)
cacografia (θηλ.ουσ)
cacologia (θηλ.ουσ)
cacone (ουσ αρσ )
cacto (ουσ αρσ )
cactus (ουσ αρσ )
cacume (ουσ αρσ )
cadauno (οριστ. επίθ.)
cadavere (ουσ αρσ )
cadaverico (επίθ.)
cadaverina (θηλ.ουσ)
cadenza (θηλ.ουσ)
cadenzare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
cadere (ουσ αρσ )
cadere (ρ.αμτβ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---