Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


Èbridi
κύριο όνομα θηλυκό πληθυντικός

Προσφορά I.P.A.: [ˈɛbridi]

οι Εβρίδες


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ebreo ebrietà  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ebraismo (ουσ αρσ )
ebraista (ουσ αρσ και θηλ.)
ebrea (θηλ.ουσ)
ebreo (ουσ αρσ )
ebreo (επίθ.)
Ebridi (κύρ.όν.θηλ. πληθ.)
ebrietà (θηλ.ουσ)
ebulliometro (ουσ αρσ )
ebullioscopia (θηλ.ουσ)
ebullioscopio (ουσ αρσ )
eburneo (επίθ.)
ecatombe (θηλ.ουσ)
ecatostilo (επίθ.)
eccedente (ουσ αρσ )
eccedente (επίθ.)
eccedenza (θηλ.ουσ)
eccedere (ρ.αμτβ.)
eccedere (ρ. μτβ.)
eccellente (επίθ.)
eccellentemente (επίρ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---