Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


eccèdere  
ρήμα αμετάβατο

Προσφορά I.P.A.: [etˈʧɛdere]

ξεπερνώ τα όρια

eccèdere  
ρήμα μεταβατικό

Προσφορά I.P.A.: [etˈʧɛdere]

1 υπερβάλλω
2 υπερβαίνω
3 υπερτερώ
4 υπερακοντίζω


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  eccedenza eccellente  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ecatombe (θηλ.ουσ)
ecatostilo (επίθ.)
eccedente (ουσ αρσ )
eccedente (επίθ.)
eccedenza (θηλ.ουσ)
eccedere (ρ.αμτβ.)
eccedere (ρ. μτβ.)
eccellente (επίθ.)
eccellentemente (επίρ.)
eccellentissimo (αρσ. επίθ και ουσ)
eccellenza (θηλ.ουσ)
eccellere (ρ.αμτβ.)
eccelso (αρσ. επίθ και ουσ)
eccentricità (θηλ.ουσ)
eccentrico (ουσ αρσ )
eccentrico (επίθ.)
eccepibile (επίθ.)
eccepire (ρ. μτβ.)
eccessivamente (επίρ.)
eccessività (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---