Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


ideàre  
ρήμα μεταβατικό

Προσφορά I.P.A.: [ideˈare]

1 καταστρώνω σχέδια
2 έχω την γνώμη
3 εφευρίσκω
4 καλοεξετάζω
5 διανοούμαι
6 σκέφτομαι
7 σκαρώνω
8 φαντάζομαι
9 προτίθεμαι
10 σκοπεύω
11 σχεδιάζω
12 αντιλαμβάνομαι
13 έχω την ιδέα
14 καταλαβαίνω νοητικά
15 κατανοώ
16 επεξεργάζομαι
17 επινοώ
18 μηχανεύομαι
19 νοώ


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  idealmente ideatore  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

idealistico (επίθ.)
idealità (θηλ.ουσ)
idealizzare (ρ. μτβ.)
idealizzazione (θηλ.ουσ)
idealmente (επίρ.)
ideare (ρ. μτβ.)
ideatore (αρσ. επίθ και ουσ)
ideazione (θηλ.ουσ)
ideina (θηλ.ουσ)
idem (αντων.)
idem (επίρ.)
identicità (θηλ.ουσ)
identico (επίθ.)
identificabile (επίθ.)
identificare (ρ. μτβ.)
identificarsi (ρ.μ. (αντων.))
identificato (επίθ.)
identificazione (θηλ.ουσ)
identikit (ουσ αρσ )
identità (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---