Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


iteratìvo  
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [iteraˈtivo]

Επαναληπτικός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  iteratamente iterazione  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

italiota (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
italo (επίθ.)
iter (ουσ αρσ )
iterare (ρ. μτβ.)
iteratamente (επίρ.)
iterativo (αρσ. επίθ και ουσ)
iterazione (θηλ.ουσ)
itinerante (επίθ.)
itinerario (ουσ αρσ )
itinerario (επίθ.)
itterbio (ουσ αρσ )
itterico (ουσ αρσ )
itterico (επίθ.)
itterizia (θηλ.ουσ)
ittero (ουσ αρσ )
ittico (επίθ.)
ittiocolla (θηλ.ουσ)
ittiofago (ουσ αρσ )
ittiofago (επίθ.)
ittiolo (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---