Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


nascondiménto  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [naskondiˈmento]

1 απόκρυψη
2 κρύψιμο


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  nascondiglio nascondino  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

nascituro (ουσ αρσ )
nascituro (επίθ.)
nascondere (ρ. μτβ.)
nascondersi (ρ.μ. (αντων.))
nascondiglio (ουσ αρσ )
nascondimento (ουσ αρσ )
nascondino (ουσ αρσ )
nascostamente (επίρ.)
nascosto (αρσ. επίθ και ουσ)
nasello (ουσ αρσ )
nasetto (ουσ αρσ )
nasiera (θηλ.ουσ)
naso (ουσ αρσ )
nasone (ουσ αρσ )
naspo (ουσ αρσ )
nassa (θηλ.ουσ)
nasso (ουσ αρσ )
nastia (θηλ.ουσ)
nastrare (ρ. μτβ.)
nastriforme (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---