Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


oblìquo  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [oˈblikwo]

πλάγιος (-α, -ο), λοξός (-η, -ο)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  obliquità obliterare  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

oblio (ουσ αρσ )
oblioso (επίθ.)
obliquamente (επίρ.)
obliquare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
obliquità (θηλ.ουσ)
obliquo (επίθ.)
obliterare (ρ. μτβ.)
obliteratore (επίθ.)
obliteratrice (θηλ.ουσ)
obliterazione (θηλ.ουσ)
oblò (ουσ αρσ )
oblungo (επίθ.)
obnubilamento (ουσ αρσ )
obnubilare (ρ. μτβ.)
obnubilato (επίθ.)
obnubilazione (θηλ.ουσ)
oboe (ουσ αρσ )
oboista (ουσ αρσ και θηλ.)
obolo (ουσ αρσ )
obsolescente (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---