Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


puteàle  
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [puteˈale]

πλάκα τοιχώματος πηγαδιού


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  putativo putido  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

pustola (θηλ.ουσ)
pustoloso (επίθ.)
puszta (θηλ.ουσ)
puta caso (επίρ.)
putativo (επίθ.)
puteale (αρσ. επίθ και ουσ)
putido (επίθ.)
putiferio (ουσ αρσ )
putizza (θηλ.ουσ)
putredine (θηλ.ουσ)
putredinoso (επίθ.)
putrefare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
putrefarsi (ρ.μ. (αντων.))
putrefatto (αρσ. επίθ και ουσ)
putrefazione (θηλ.ουσ)
putrella (θηλ.ουσ)
putrescente (επίθ.)
putrescenza (θηλ.ουσ)
putrescibile (επίθ.)
putrescina (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---