Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


sàcro  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈsakro]

1 το ιερό
2 ιερό οστό

sàcro  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [ˈsakro]

ιερός (-ή, -ό)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  sacripante sacroiliaco  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


Sacre scritture [θηλ. πλυθ.] = η Άγια Γραφή


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

sacrificio (ουσ αρσ )
sacrifizio (ουσ αρσ )
sacrilegio (ουσ αρσ )
sacrilego (επίθ.)
sacripante (ουσ αρσ )
sacro (ουσ αρσ )
sacro (επίθ.)
sacroiliaco (επίθ.)
sacrosantamente (επίρ.)
sacrosanto (επίθ.)
sadduceo (αρσ. επίθ και ουσ)
sadico (ουσ αρσ )
sadico (επίθ.)
sadismo (ουσ αρσ )
sadomasochismo (ουσ αρσ )
sadomasochista (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
sadomasochistico (επίθ.)
saduceo (αρσ. επίθ και ουσ)
saetta (θηλ.ουσ)
saettante (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---