Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


ubriacóne  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ubriaˈkone]

1 μπεκρόμουτρο
2 μπεκροκανάτα
3 μπεκρούλιακας
4 μπέκρος
5 μπεκρής
6 μεθοκόπος
7 μέθυσος
8 μπέκρας
9 μεθύστακας
10 οινόφλυξ
11 πότης
12 πιοτής


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ubriaco uccellagione  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ubriacatore (αρσ. επίθ και ουσ)
ubriacatura (θηλ.ουσ)
ubriachezza (θηλ.ουσ)
ubriaco (ουσ αρσ )
ubriaco (επίθ.)
ubriacone (ουσ αρσ )
uccellagione (θηλ.ουσ)
uccellaio (ουσ αρσ )
uccellame (ουσ αρσ )
uccellanda (θηλ.ουσ)
uccellare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
uccellatoio (ουσ αρσ )
uccellatore (ουσ αρσ )
uccelletto (ουσ αρσ )
uccelliera (θηλ.ουσ)
uccellino (ουσ αρσ )
uccello (ουσ αρσ )
uccidere (ρ. μτβ.)
uccidersi (ρ.μ. (αντων.))
uccisione (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---