Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


uccellétto  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [utʧelˈletto]

1 πουλάκι
2 θήραμα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  uccellatore uccelliera  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

uccellame (ουσ αρσ )
uccellanda (θηλ.ουσ)
uccellare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
uccellatoio (ουσ αρσ )
uccellatore (ουσ αρσ )
uccelletto (ουσ αρσ )
uccelliera (θηλ.ουσ)
uccellino (ουσ αρσ )
uccello (ουσ αρσ )
uccidere (ρ. μτβ.)
uccidersi (ρ.μ. (αντων.))
uccisione (θηλ.ουσ)
ucciso (ουσ αρσ )
ucciso (επίθ.)
uccisore (ουσ αρσ )
ucraina (θηλ.ουσ)
ucraino (ουσ αρσ )
ucraino (επίθ.)
udibile (επίθ.)
udibilità (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---