Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


uditóre  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [udiˈtore]

1 πρώτος βαθμός δικαστικού στην Ιταλία
2 εκκλησιαστικό δικαστικό αξίωμα της Sacra Ruota
3 ακροατής
4 μαθητής ή σπουδαστής που μπορεί να παρακολουθεί μαθήματα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  uditofono uditorio  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

udita (θηλ.ουσ)
uditivo (επίθ.)
udito (ουσ αρσ )
udito (επίθ.)
uditofono (ουσ αρσ )
uditore (ουσ αρσ )
uditorio (ουσ αρσ )
udometria (θηλ.ουσ)
udometrico (επίθ.)
udometro (ουσ αρσ )
UE (ακρ.)
uff (επιφ.)
uffa (επιφ.)
ufficiale (ουσ αρσ )
ufficiale (επίθ.)
ufficialità (θηλ.ουσ)
ufficializzare (ρ. μτβ.)
ufficialmente (επίρ.)
ufficiante (ουσ αρσ )
ufficiante (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---