Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


vaginàle  
θηλυκό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [vaʤiˈnale]

1 κολεοειδής
2 κολπικός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  vagina vaginismo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

vagheggiarsi (ρ.μ. (αντων.))
vagheggiatore (ουσ αρσ )
vagheggino (ουσ αρσ )
vaghezza (θηλ.ουσ)
vagina (θηλ.ουσ)
vaginale (θηλ. επίθ και ουσ)
vaginismo (ουσ αρσ )
vaginite (θηλ.ουσ)
vagire (ρ.αμτβ.)
vagito (αρσ. επίθ και ουσ)
vaglia (ουσ αρσ )
vaglia (θηλ.ουσ)
vagliare (ρ. μτβ.)
vagliata (θηλ.ουσ)
vagliatore (ουσ αρσ )
vagliatrice (θηλ.ουσ)
vagliatura (θηλ.ουσ)
vaglio (ουσ αρσ )
vago (ουσ αρσ )
vago (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---