Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


voyeurìstico  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [vwajeˈristiko]

σχετικός με τους ηδονοβλεψίες


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  voyeurismo vu  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

votivo (επίθ.)
voto (ουσ αρσ )
voucher (ουσ αρσ )
voyeur (ουσ αρσ και θηλ.)
voyeurismo (ουσ αρσ )
voyeuristico (επίθ.)
vu (ουσ αρσ και θηλ.)
vudu, vudù (ουσ αρσ )
vuduismo (ουσ αρσ )
vuduista (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
vuduistico (επίθ.)
vulcanico (επίθ.)
vulcanismo (ουσ αρσ )
vulcanite (θηλ.ουσ)
vulcanizzante (αρσ. επίθ και ουσ)
vulcanizzare (ρ. μτβ.)
vulcanizzatore (ουσ αρσ )
vulcanizzazione (θηλ.ουσ)
vulcano (ουσ αρσ )
vulcanogeno (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---