Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


wagneriàno  
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [vagneˈrjano]

βαγκνερικός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  wafer wagon–lit  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

vuotatura (θηλ.ουσ)
vuotezza (θηλ.ουσ)
vuoto (ουσ αρσ )
vuoto (επίθ.)
wafer (ουσ αρσ )
wagneriano (αρσ. επίθ και ουσ)
wagon–lit (ουσ αρσ )
wagon–restaurant (ουσ αρσ )
walkie–talkie (ουσ αρσ )
walzer (ουσ αρσ )
wapiti (ουσ αρσ )
water (ουσ αρσ )
water closet, water–closet (ουσ αρσ )
waterpolista (ουσ αρσ και θηλ.)
watt (ουσ αρσ )
wattometro (ουσ αρσ )
wattora (ουσ αρσ )
wattorametro (ουσ αρσ )
watusso (αρσ. επίθ και ουσ)
WC (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---