Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


xeròfita  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [kseˈrɔfita]

ξερόφυτο


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  xerocopiare xeroftalmia  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

xenomania (θηλ.ουσ)
xeres (ουσ αρσ )
xerobio (αρσ. επίθ και ουσ)
xerocopia (θηλ.ουσ)
xerocopiare (ρ. μτβ.)
xerofita (θηλ.ουσ)
xeroftalmia (θηλ.ουσ)
xeroftalmico (επίθ.)
xeroftalmo (ουσ αρσ )
xerografia (θηλ.ουσ)
xerografico (επίθ.)
xerosi (θηλ.ουσ)
xerotermo (επίθ.)
xifoforo (ουσ αρσ )
xifoide (ουσ αρσ και θηλ.)
xifoide (επίθ.)
xilema (ουσ αρσ )
xilematico (επίθ.)
xilene (ουσ αρσ )
xilofago (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---