Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


yankee  
ουσιαστικό αρσενικό και θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [ˈjɛnki]

1 αμερικανός
2 γιάνκης


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  yak yard  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

xilologia (θηλ.ουσ)
xilosio (ουσ αρσ )
xoanon (ουσ αρσ )
yacht (ουσ αρσ )
yak (ουσ αρσ )
yankee (ουσ αρσ και θηλ.)
yard (ουσ αρσ )
yatagan (ουσ αρσ )
yemenita (ουσ αρσ και θηλ.)
yemenita (επίθ.)
yen (ουσ αρσ )
yeti (ουσ αρσ )
yoga (ουσ αρσ )
yogi (ουσ αρσ )
yogin (ουσ αρσ και θηλ.)
yogurt (ουσ αρσ )
yole (θηλ.ουσ)
yorkshire terrier (ουσ αρσ )
yo–yò (ουσ αρσ )
yprite (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---