Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


abbigliàre  
ρήμα μεταβατικό

Προσφορά I.P.A.: [abbiʎˈʎare]

1 εξωραΐζω
2 στολίζω
3 ντύνω
4 καλλωπίζω

abbigliàrsi  
ρήμα μέσο αμετάβατο

Προσφορά I.P.A.: [abbiʎˈʎarsi]

1 ντύνομαι
2 σκεπάζομαι με ρούχο


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  abbigliamento abbigliatoio  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

abbiente (ουσ αρσ και θηλ.)
abbiente (επίθ.)
abbiettazione (θηλ.ουσ)
abbietto (επίθ.)
abbigliamento (ουσ αρσ )
abbigliare (ρ. μτβ.)
abbigliarsi (ρ. μ. αμτβ.)
abbigliatoio (ουσ αρσ )
abbigliatura (θηλ.ουσ)
abbinamento (ουσ αρσ )
abbinare (ρ. μτβ.)
abbinata (θηλ.ουσ)
abbindolamento (ουσ αρσ )
abbindolare (ρ. μτβ.)
abbindolarsi (ρ.μ. (αντων.))
abbindolatore (ουσ αρσ )
abbiosciamento (ουσ αρσ )
abbiosciare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
abbiosciarsi (ρ. μ. αμτβ.)
abbisciare (ρ. μτβ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---