Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


cacciàta  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [katˈʧata]

1 έξωση
2 αποπομπή
3 εκδίωξη
4 εξορία
5 κυνήγι
6 θήρα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  cacciasommergibili cacciatora  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

cacciagione (θηλ.ουσ)
cacciapassere (ουσ αρσ )
cacciare (ρ. μτβ.)
cacciarsi (ρ. μ. μτβ. και αμτβ.)
cacciasommergibili (ουσ αρσ )
cacciata (θηλ.ουσ)
cacciatora (θηλ.ουσ)
cacciatore (ουσ αρσ )
cacciatorpediniere (ουσ αρσ )
cacciatrice (θηλ.ουσ)
cacciavite (ουσ αρσ )
cacciù (ουσ αρσ )
cacciucco (ουσ αρσ )
caccola (θηλ.ουσ)
cachemire (ουσ αρσ )
cachessia (θηλ.ουσ)
cachet (ουσ αρσ )
cachettico (αρσ. επίθ και ουσ)
cachi (ουσ αρσ )
cachinno (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---