Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


èbete  
αρσενικό και θηλ επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈɛbete]

1 βαρεμένος
2 κρετίνος
3 χάβαρο
4 βλακώδης
5 καθυστερημένος
6 βλάκας
7 ηλίθιος
8 ανόητος
9 χοντρόμυαλος
10 ευήθης


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ebetaggine ebetismo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ebbro (αρσ. επίθ και ουσ)
ebdomadario (ουσ αρσ )
ebdomadario (επίθ.)
Ebe (κύρ.όν. θηλ.)
ebetaggine (θηλ.ουσ)
ebete (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
ebetismo (ουσ αρσ )
ebollizione (θηλ.ουσ)
ebraicista (ουσ αρσ και θηλ.)
ebraico (ουσ αρσ )
ebraico (επίθ.)
ebraismo (ουσ αρσ )
ebraista (ουσ αρσ και θηλ.)
ebrea (θηλ.ουσ)
ebreo (ουσ αρσ )
ebreo (επίθ.)
Ebridi (κύρ.όν.θηλ. πληθ.)
ebrietà (θηλ.ουσ)
ebulliometro (ουσ αρσ )
ebullioscopia (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---