Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


falcàta  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [falˈkata]

1 πήδημα ίππου
2 γιουρούσι
3 έφοδος σαρωτική
4 δρασκελιά


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  falcare falcato  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

falangista (ουσ αρσ και θηλ.)
falansterio (ουσ αρσ )
falaropo (ουσ αρσ )
falasco (ουσ αρσ )
falcare (ρ. μτβ.)
falcata (θηλ.ουσ)
falcato (επίθ.)
falce (θηλ.ουσ)
falcetto (ουσ αρσ )
falchetta (θηλ.ουσ)
falchetto (ουσ αρσ )
falciare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
falciata (θηλ.ουσ)
falciatore (αρσ. επίθ και ουσ)
falciatrice (θηλ.ουσ)
falciatura (θηλ.ουσ)
falcidia (θηλ.ουσ)
falcidiare (ρ. μτβ.)
falciforme (επίθ.)
falcione (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---