Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


rustichézza  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [rustiˈkettsa]

1 άξεστοι τρόποι
2 απλοὶκότητα
3 αγροτική ζωή


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  rusticano rusticità  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

russofobo (αρσ. επίθ και ουσ)
rusticaggine (θηλ.ουσ)
rusticale (επίθ.)
rusticamente (επίρ.)
rusticano (επίθ.)
rustichezza (θηλ.ουσ)
rusticità (θηλ.ουσ)
rustico (ουσ αρσ )
rustico (επίθ.)
ruta (θηλ.ουσ)
rutenico (επίθ.)
rutenio (ουσ αρσ )
rutilante (επίθ.)
rutilo (αρσ. επίθ και ουσ)
ruttare (ρ.αμτβ.)
ruttare (ρ. μτβ.)
ruttino (ουσ αρσ )
rutto (ουσ αρσ )
ruttore (ουσ αρσ )
ruvidezza (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---