Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


rùstico  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈrustiko]

1 καραγιαπί
2 οικοδομή
3 γιαπί
4 αγροικία
5 σκελετός κτιρίου

rùstico  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [ˈrustiko]

χωριάτικος (-ή, -ό)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  rusticità ruta  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

rusticale (επίθ.)
rusticamente (επίρ.)
rusticano (επίθ.)
rustichezza (θηλ.ουσ)
rusticità (θηλ.ουσ)
rustico (ουσ αρσ )
rustico (επίθ.)
ruta (θηλ.ουσ)
rutenico (επίθ.)
rutenio (ουσ αρσ )
rutilante (επίθ.)
rutilo (αρσ. επίθ και ουσ)
ruttare (ρ.αμτβ.)
ruttare (ρ. μτβ.)
ruttino (ουσ αρσ )
rutto (ουσ αρσ )
ruttore (ουσ αρσ )
ruvidezza (θηλ.ουσ)
ruvidità (θηλ.ουσ)
ruvido (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---