Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


sacrificàle  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [sakrifiˈkale]

1 εξιλαστήριος
2 θυσιαστήριος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  sacrificabile sacrificare  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

sacramento (ουσ αρσ )
sacrare (ρ.αμτβ.)
sacrare (ρ. μτβ.)
sacrario (ουσ αρσ )
sacrificabile (επίθ.)
sacrificale (επίθ.)
sacrificare (ρ.αμτβ.)
sacrificare (ρ. μτβ.)
sacrificarsi (ρ.μ. (αντων.))
sacrificato (επίθ.)
sacrificatore (αρσ. επίθ και ουσ)
sacrificio (ουσ αρσ )
sacrifizio (ουσ αρσ )
sacrilegio (ουσ αρσ )
sacrilego (επίθ.)
sacripante (ουσ αρσ )
sacro (ουσ αρσ )
sacro (επίθ.)
sacroiliaco (επίθ.)
sacrosantamente (επίρ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---