Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


tweed  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈtwid]

τουήντ (ύφασμα)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  tuzia twist  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

tuttavia (επίρ.)
tutto (επίθ.)
tuttoché (σύνδ.)
tuttora (επίρ.)
tuzia (θηλ.ουσ)
tweed (ουσ αρσ )
twist (ουσ αρσ )
two step (ουσ αρσ )
tzigano (ουσ αρσ )
tzigano (επίθ.)
uabaina (θηλ.ουσ)
uadi (ουσ αρσ )
ubbia (θηλ.ουσ)
ubbidiente (επίθ.)
ubbidientemente (επίρ.)
ubbidienza (θηλ.ουσ)
ubbidire (ρ.αμτβ.)
ubbioso (επίθ.)
ubertà (θηλ.ουσ)
Uberto (κύρ.όν. αρσ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---