Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


usurpatìvo  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [uzurpaˈtivo]

1 σφετεριστικός
2 λωποδυτικός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  usurpare usurpatore  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

usuraio (αρσ. επίθ και ουσ)
usurare (ρ. μτβ.)
usurario (επίθ.)
usurpamento (ουσ αρσ )
usurpare (ρ. μτβ.)
usurpativo (επίθ.)
usurpatore (ουσ αρσ )
usurpazione (θηλ.ουσ)
utensile (ουσ αρσ )
utensileria (θηλ.ουσ)
utente (ουσ αρσ και θηλ.)
utenza (θηλ.ουσ)
uterino (επίθ.)
utero (ουσ αρσ )
utile (ουσ αρσ )
utile (επίθ.)
utilità (θηλ.ουσ)
utilitaria (θηλ.ουσ)
utilitario (ουσ αρσ )
utilitario (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---