Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


utensìle, utènsile  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [utenˈsile], [uˈtɛnsile]

το εργαλείο


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  usurpazione utensileria  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

usurpamento (ουσ αρσ )
usurpare (ρ. μτβ.)
usurpativo (επίθ.)
usurpatore (ουσ αρσ )
usurpazione (θηλ.ουσ)
utensile (ουσ αρσ )
utensileria (θηλ.ουσ)
utente (ουσ αρσ και θηλ.)
utenza (θηλ.ουσ)
uterino (επίθ.)
utero (ουσ αρσ )
utile (ουσ αρσ )
utile (επίθ.)
utilità (θηλ.ουσ)
utilitaria (θηλ.ουσ)
utilitario (ουσ αρσ )
utilitario (επίθ.)
utilitarismo (ουσ αρσ )
utilitarista (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
utilitaristico (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---