Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


utilizzazióne  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [utiliddzatˈtsjone]

1 χρησιμοποίηση
2 αξιοποίηση
3 εκμετάλλευση


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  utilizzatore utilizzo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

utilitaristico (επίθ.)
utilizzabile (επίθ.)
utilizzabilità (θηλ.ουσ)
utilizzare (ρ. μτβ.)
utilizzatore (ουσ αρσ )
utilizzazione (θηλ.ουσ)
utilizzo (ουσ αρσ )
utilmente (επίρ.)
utopia (θηλ.ουσ)
utopico (επίθ.)
utopista (ουσ αρσ και θηλ.)
utopistico (επίθ.)
utricularia (θηλ.ουσ)
uva (θηλ.ουσ)
uvaceo (επίθ.)
uvea (θηλ.ουσ)
uveale (επίθ.)
uveite (θηλ.ουσ)
uvetta (θηλ.ουσ)
uvifero (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---